Η Συνθήκη της Λωζάννης και οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο: μία συνοπτική παρουσίαση.
(της Φωτεινής Βελέντζα – Κουϊμιτζή)

Το άρθρο που ακολουθεί απαντά επιγραμματικά σε ερωτήματα, όπως:
Ποιές διεθνείς δεσμεύσεις προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάννης για την Ελλάδα και την Τουρκία; Τίμησε η Τουρκία τις δεσμεύσεις της; Προστάτευσε ως ώφειλε τους μη ανταλλάξιμους ελληνορθόδοξους; Οι ελληνοτουρκικές κρίσεις που ακολούθησαν, νομιμοποιούσαν τις διώξεις των μη ανταλλάξιμων Ρωμιών, ή χρησιμοποιήθηκαν προσχηματικά από την Τουρκία με σκοπό τον αφανισμό των ελληνορθόδοξων πληθυσμών; Η Ελλάδα και ο διεθνής και συμμαχικός παράγοντας, υπεραμύνθηκαν της Συνθήκης της Λωζάννης; Υπερασπίσθηκαν τους παράνομα διωκόμενους μη ανταλλάξιμους στην τουρκική επικράτεια; Τι συνέβη με την Ίμβρο και την Τένεδο;
Η προηγηθείσα Συνθήκη των Σεβρών
Μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αντάντ διαπραγματεύτηκε τα σύνορα της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καταλήγοντας τον Αύγουστο του 1920 στη Συνθήκη των Σεβρών. Η Συνθήκη των Σεβρών εκπλήρωνε σχεδόν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας για την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Της παραχωρούσε τη Δυτική Θράκη, την Ανατολική Θράκη ως την Καλλίπολη, την Ίμβρο, την Τένεδο και κυριαρχικά δικαιώματα στη Σμύρνη. Η Κωνσταντινούπολη θα αποτελούσε ουδέτερη ζώνη, και τα Στενά των Δαρδανελλίων θα τελούσαν υπό συμμαχικό έλεγχο. Όλα αυτά όμως, με προϋπόθεση (α) τη νίκη της Ελλάδος κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία και την καταστολή του κεμαλικού κινήματος, και (β) την επικύρωση της Συνθήκης από τις ενδιαφερόμενες χώρες, ώστε αυτή να αποκτήσει δεσμευτική ισχύ. Δύο χρόνια αργότερα, το 1922, η στρατιωτική νίκη των κεμαλικών και η Μικρασιατική καταστροφή άφησαν τη Συνθήκη των Σεβρών ανεφάρμοστη.

(πηγή: Wolfymoza, via Wikimedia Commons)
1. Η Συνθήκη της Λωζάννης – οι όροι περί τα ελληνοτουρκικά
Στις 24 Ιουλίου 1923 συνομολογήθηκε η Συνθήκη της Λωζάννης, μεταξύ αφ’ενός επτά κρατών, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ελλάδος, Ρουμανίας και του Σερβοκροατοσλοβενικού Βασιλείου και αφ’ετέρου της Τουρκίας.
Αντικείμενο της Συνθήκης ήταν η επικύρωση του τέλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οριοθέτηση των κρατών της Μέσης Ανατολής και ο ορισμός των συνόρων της Τουρκίας με τα γειτονικά της κράτη. Η Συνθήκη επέβαλε τελείως διαφορετικό ελληνοτουρκικό καθεστώς από αυτό της προηγηθείσας Συνθήκης των Σεβρών, εδαφικά και πληθυσμιακά. Οριοθέτησε τις επικράτειες της Ελλάδας και της Τουρκίας στις διαφιλονικούμενες περιοχές, επικύρωσε την ανταλλαγή πληθυσμών και όρισε τους μη ανταλλάξιμους, τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις προστασίας τους ως μειονοτήτων ιστορικής διασποράς. Οι μη ανταλλάξιμοι ελληνορθόδοξοι ήταν οι «εγκατεστημένοι» (établis) στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο.

(πηγή: Flashdart2, via Wikimedia Commons)
Πιο συγκεκριμένα, η Συνθήκη προέβλεπε τα ακόλουθα:
(α) Ανταλλαγή ελληνορθόδοξων πληθυσμών τουρκικής υπηκοότητας εγκατεστημένων σε τουρκικά εδάφη, με μουσουλμανικούς πληθυσμούς ελληνικής υπηκοότητας εγκατεστημένους σε ελληνικά εδάφη. Εξαιρούνταν της ανταλλαγής όσοι ήταν εγκατεστημένοι προγενέστερα της 30ης Οκτωβρίου 1918 (établis) Έλληνες κάτοικοι της Νομαρχιακής περιφέρειας Κωνσταντινουπόλεως και Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.
(β) Το άρθρο 14 εξαιρεί από την ανταλλαγή πληθυσμών, τις Ίμβρο και Τένεδο. Απέδιδε τα δύο νησιά σε τουρκική κυριαρχία, με εγγύηση για διοικητική και αστυνομική οργάνωση από τοπικούς κατοίκους και προστασία προσώπων και περιουσιών του μη-μουσουλμανικού γηγενούς πληθυσμού.
(γ) Τα άρθρα 37 έως 44 δεσμεύουν την Τουρκία για την προστασία των μη-μουσουλμανικών μειονοτήτων. Κριτήριο διάκρισης ήταν η θρησκεία, βάσει των θεοκρατικών κανόνων του Τουρκικού αυτοκρατορικού πολιτεύματος. Τα οκτώ αυτά άρθρα αναγνωρίζονται ως θεμελιώδεις νόμοι, των οποίων κανένας εθνικός νόμος ή κανονισμός αντίθετος ή αντιφάσκων δεν μπορεί να υπερισχύσει. Για τους Τούρκους κατοίκους ανεξαρτήτως γεννήσεως, εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας, συμφωνείται η προστασία της ζωής, της ελευθερίας θρησκεύματος και κυκλοφορίας τους (άρθρο 38). Προβλέπεται η ισότητα έναντι του Νόμου, δηλαδή των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, της πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις, αξιώματα, επαγγέλματα και βιομηχανίες, η ελεύθερη χρήση γλώσσας διαφορετικής από την επίσημη ιδιωτικά ή δημόσια και ενώπιον δικαστηρίων (άρθρο 39). Η ίση μεταχείριση, ως έμπρακτη εφαρμογή της ισότητας και πιο συγκεκριμένα, η προστασία της ιδίαις δαπάναις σύστασης, διεύθυνσης και εποπτείας φιλανθρωπικών, θρησκευτικών, κοινωφελών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με συγκέντρωση περιουσίας και με ελεύθερη χρήση γλώσσας και θρησκείας (άρθρο 40). Η μέριμνα της τουρκικής κυβέρνησης για τη διδασκαλία της μειονοτικής γλώσσας στη δημοτική εκπαίδευση και τη δίκαιη κατανομή των οικονομικών πόρων για εκπαιδευτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς στους μη-μουσουλμανικούς πληθυσμούς (άρθρο 41). Η λήψη κυβερνητικών μέτρων για την τήρηση των εθίμων των μειονοτήτων στις προσωπικές και οικογενειακές τους υποθέσεις, την προστασία των εκκλησιών, νεκροταφείων και θρησκευτικών καθιδρυμάτων των ήδη εγκατεστημένων και την αδειοδότηση ίδρυσης νέων (άρθρο 42). Η απρόσκοπτη τήρηση θρησκευτικών εθίμων σε σχέση με νομικές τους υποχρεώσεις (άρθρο 43). Οι διατάξεις αυτές αποτελούν «υποχρεώσεις διεθνούς συμφέροντος» δεν μπορούν να αλλάξουν παρά με πλειοψηφία του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών, κάθε μέλος του οποίου δικαιούται να θέσει ζήτημα παράβασής τους, τυχόν δε διχογνωμία θα έχει διεθνή χαρακτήρα και θα παραπέμπεται στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (άρθρο 44). Τα πιο πάνω άρθρα δεσμεύουν και την Ελλάδα έναντι της μουσουλμανικής μειονότητας στα εδάφη της και επομένως στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας (άρθρο 45).
2. Χρονολόγιο της καταστρατήγησης της Συνθήκης της Λωζάννης από την Τουρκία
Το 1923 οπότε υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης (Σ.τ.Λ), οι Έλληνες της Πόλης ήταν 253.700, της Ίμβρου 7.500 και της Τενέδου 1.200. Τα άρθρα της Σ.τ.Λ. που κατοχύρωναν τα δικαιώματά τους, καταστρατηγήθηκαν ένα προς ένα από την Τουρκία.
Η κεμαλική κυβέρνηση ξεκίνησε με τη συρρίκνωση του αριθμού των μη ανταλλάξιμων Κωνσταντινουπολιτών, υπολογίζοντας το Δήμο Κωνσταντινούπολης αντί της ευρύτερης Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως που προέβλεπε η Συνθήκη. Έτσι αύξησε τους ανταλλάξιμους σε 150.000. Περιλαμβανομένων των τουρκόφωνων ελληνορθόδοξων, οι μη ανταλλάξιμοι περιορίσθηκαν σε 103.000, πλέον 8.300 Ιμβρίων και Τενέδιων.
Το 1930 η ελληνοτουρκική προσέγγιση μεταξύ Βενιζέλου και Ατατούρκ απέδωσε τη συμφωνία Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας. Εντός της επόμενης πενταετίας σημειώθηκε δημογραφική αύξηση του ελληνικού στοιχείου (από 111.300 απογράφηκαν 125.000 περίπου ελληνορθόδοξοι). Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν συγκυριακό, καθώς η στάση της τουρκικής διοίκησης και κοινής γνώμης έναντι της δυτικότροπης ελληνορθόδοξης μειονότητας παρέμενε εχθρική.
Το 1941, οι κεντροευρωπαϊκές ρατσιστικές ιδεολογίες προσέφεραν πρόσχημα στην τουρκική κυβέρνηση για παράνομη επιλεκτική επιστράτευση από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων (αναρμόδιο για προκήρυξη επιστρέτευσης), των μη-μουσουλμάνων 20-45 ετών (15.000 ελληνορθοδόξων) με στρατωνισμό στην Ανατολία και καταναγκασμό τους σε έργα οδοποιίας, τα αμελέ ταμπουρού. Στο ίδιο ανθελληνικό και αντιχριστιανικό πνεύμα εξορίσθηκαν οι μητροπολίτες Χαλκηδώνος Μάξιμος και Ικονίου Ιάκωβος.
Το 1942, με την Ελλάδα υπό Γερμανική κατοχή, η Τουρκία κατά παράβαση της Σ.τ.Λ. νομοθέτησε έκτακτο υπέρογκο φόρο περιουσίας, τον βαρλίκ βεργκισί αποκλειστικά για τις μη-μουσουλμανικές μειονότητες. Ενδεικτική της εξοντωτικής στόχευσης, είναι η αναλογία των ελληνορθοδόξων, οι οποίοι ενώ αντιστοιχούσαν στο 0,5% του τουρκικού πληθυσμού, καλούνταν να καταβάλουν το 20% του συνολικού βαρλίκ (φόρου). Ο φορολογικός αυτός εκβιασμός οδήγησε σε εκποίηση και απώλεια περιουσιών, και για 500 ελληνορθόδοξους που αδυνατούσαν να τον καταβάλουν, σε καταναγκαστική εργασία, στα αμελέ ταμπουρού.
Από το 1946 δηλαδή στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, η συστέγαση Ελλάδος και Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο, απέναντι στη σοβιετική επιρροή που είχε επεκταθεί στους βόρειους γείτονές τους, η ένταξη στο ΝΑΤΟ το 1952 και η εκλογή του Αθηναγόρα Α’ Οικουμενικού Πατριάρχη το 1949, πλαισίωσαν μια φαινομενική προσέγγιση δεκαετούς περίπου διάρκειας που συνοδεύτηκε από σχετική οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη (1946-1954). (Ο Αθηναγόρας Α’ ήταν επιδραστική προσωπικότητα που είχε διατελέσει επί δεκαοκταετία Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής).
Το 1954-55, η εκδήλωση του Κυπριακού ζητήματος, αποκάλυψε το επίπλαστο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης. Η ατελέσφορη συνδιάσκεψη Ελλάδας, Βρετανίας και Τουρκίας, το Σεπτέμβριο του 1955, προσέφερε αφορμή/άλλοθι στην τουρκική πλευρά για εξαπόλυση διωγμών σε βάρος της ελληνορθόδοξης ομογένειας και άσκηση πίεσης υπέρ των τουρκικών αξιώσεων στο Κυπριακό. Τα «Σεπτεμβριανά» ξεκίνησαν το βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, με τουρκική προβοκάτσια δύο βομβιστικών ενεργειών στο προξενείο της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη, όπου δεν σημειώθηκαν θύματα ή άλλες ζημιές. Ο τουρκικός τύπος διόγκωσε το γεγονός και σήμανε την ενεργοποίηση του τουρκικού όχλου για βανδαλισμούς, καταστροφές, πυρπολήσεις περιουσιών και εξοντωτικό πογκρόμ σε βάρος του ελληνορθόδοξου στοιχείου της Κωνσταντινουπόλεως. (Στα τουρκικά δικαστήρια αποδείχθηκε αργότερα ότι ηθικός αυτουργός των βομβιστικών επιθέσεων ήταν ο ίδιος ο Τούρκος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη και βομβιστές ήταν ο Τούρκος προξενικός υπάλληλος Χασάν και ο μουσουλμάνος φοιτητής Ενγκίν, γιός βουλευτή Ροδόπης). Μέσα σε λίγες ώρες, σκοτώθηκαν δεκαέξι ομογενείς, βιάσθηκε πλήθος γυναικών και καταστράφηκαν εβδομήντα τρείς ναοί, οκτώ αγιάσματα, δύο μοναστήρια, πάνω από τριάντα μειονοτικά σχολεία και σύλλογοι, σχεδόν πεντέμισι χιλιάδες σπίτια και καταστήματα, εκατόν δέκα ξενοδοχεία και εστιατόρια και εικοσιένα εργοστάσια. Ο νομάρχης Σμύρνης ηγήθηκε επίθεσης του όχλου σε σπίτια Ελλήνων αξιωματικών του ΝΑΤΟ, πυρπόλησε το Προξενείο της Ελλάδος και το Ελληνικό Περίπτερο στη Διεθνή εμπορική Έκθεση της Σμύρνης. Το επίσημο τουρκικό κράτος αποποιούμενο των ευθυνών, απέδωσε το πρόδηλα από καιρό, άρτια καταστρωμένο και ταχύτατα εκτελεσμένο καταστροφικό σχέδιο, σε παρακρατικές εθνικιστικές οργανώσεις. Ταυτόχρονα, η τουρκική κυβέρνηση αξιοποίησε τα Σεπτεμβριανά ενοχοποιώντας το τουρκικό κομμουνιστικό κίνημα που ήταν ήδη υπό διωγμό και συλλαμβάνοντας μέλη του με φιλελληνικές τάσεις (όπως ο συγγραφέας Αζίζ Νεσίν). Το επίσημο κράτος υποσχέθηκε αποζημιώσεις που ουδέποτε κατέβαλε.

(πηγή: http://www.greece.org/genocide/quote)
Η απροκάλυπτη σωρευτική παραβίαση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης συνεχίσθηκε. Ο τύπος τρομοκρατήθηκε και φιμώθηκε. Απαγορεύθηκε η εφημερίδα «Ελεύθερη Φωνή», διώχθηκε ο εκδότης της και απελάθηκε ο φωτοδημοσιογράφος Καλούμενος που απαθανάτισε τις βιαιότητες των «Σεπτεμβριανών». Η δημόσια χρήση της ελληνικής γλώσσας απαγορεύθηκε, τα μειονοτικά ιδρύματα καταργήθηκαν. Διαλύθηκε ο σύλλογος «Ελληνική Ένωσις Κωνσταντινουπολιτών» και συλλήφθηκαν τα μέλη του με πρόσχημα την ψευδή κατηγορία κατασκοπείας και χρηματοδότησης της κυπριακής οργάνωσης ΕΟΚΑ. Απελάθηκαν 57 ισχυρές προσωπικότητες της ελληνορθόδοξης παροικίας, προκαλώντας κλίμα φυγής, το οποίο προσπάθησε να ανακόψει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με μηνύματα ψυχολογικής στήριξης για ανοικοδόμηση.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν διεθνοποίησε το θέμα όπως προέβλεπε η Σ.τ.Λ αλλά προσέφυγε στο νεοσυσταθέν ΝΑΤΟ και τους Συμμάχους. Τότε διαπιστώθηκε για πρώτη φορά, ότι η επαγγελλόμενη νατοϊκή «ασπίδα προστασίας» για τα κράτη-μέλη, αφ’ενός δεν θα λειτουργούσε υπέρ των δίκαιων ελληνικών αιτιάσεων σε βάρος της Τουρκίας και αφ’ετέρου επεδείκνυε έμπρακτα ανοχή στην καταπάτηση των διεθνών δεσμεύσεων της Τουρκίας και την ενθάρρυνε για τη συνέχεια.
Το 1960, η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας έφερε ύφεση στην τουρκική προκλητικότητα χωρίς καμία ουσιαστική υπαναχώρηση ή αλλαγή προθέσεων. Από το τέλος του 1960, το νέο στρατιωτικό καθεστώς στην Τουρκία, ανέλαβε με ανανεωμένο ζήλο την άσκηση πιέσεων στην ελληνορθόδοξη κοινότητα, παραβιάζοντας τη Σ.τ.Λ. με απόρριψη της ανοικοδόμησης του Πατριαρχείου που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά το 1941 και άλλων κτισμάτων, και αποκλεισμό των μειονοτικών βουλευτών από το τουρκικό κοινοβούλιο.
Στο τέλος του 1963, η αναζωπύρωση του Κυπριακού ζητήματος, αξιοποιήθηκε τάχιστα με μονομερή τουρκική καταγγελία της συμφωνίας Βενιζέλου-Ατατούρκ περί Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας του 1930 και με νέες παραβιάσεις. Καταργώντας στην ουσία τους προστατευόμενους μη ανταλλάξιμους εγκατεστημένους (établis) απέλασε άνω των 12.500 ελληνορθόδοξων (μαζί με δύο μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου) και κατέσχεσε τις περιουσίες τους.

(photo: mikrasiatis.gr)
Το 1964, αφαιρέθηκε από Έλληνες υπηκόους η δικαιοπρακτική ικανότητα επί ακινήτων στο τουρκικό έδαφος με «μυστικό» παράνομο διάταγμα και απαγορεύθηκε η λειτουργία του Πατριαρχικού Τυπογραφείου.
Το 1968, η Ελλάδα προσέφυγε στην UNESCO και στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την κατάργηση της μειονοτικής παιδείας στην Ίμβρο και στην Τένεδο και τις πιο πάνω απελάσεις από την Πόλη. Ως αποτέλεσμα, ο μεν ξένος παράγοντας αγνόησε και πάλι τις προσφυγές της Ελλάδος, η δε Τουρκία, ενθαρρυνόμενη από την ανοχή των διεθνών οργανισμών, τον επόμενο χρόνο, δέσμευσε περιουσίες Ελλήνων υπηκόων, τεράστιας αξίας, τότε 200 εκατομμυρίων δολλαρίων. Η Κυπριακή κρίση συνέχισε να χρησιμοποιείται καταχρηστικά από την Τουρκία ως άλλοθι για περαιτέρω καταστρατήγηση της Σ.τ.Λ. Στο χώρο της παιδείας, απολύθηκαν διευθυντές και εκπαιδευτικοί των μειονοτικών σχολείων, αποκλείσθηκαν οι κληρικοί, απαγορεύθηκαν οι θρησκευτικοί εορτασμοί και η προσευχή και περιορίσθηκε η διδασκαλία της ελληνικής. Το Ελληνικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου έκλεισε βίαια αφήνοντας έκθετα τα φιλοξενούμενα παιδιά.
Το 1968, υπογράφηκε διμερής Μορφωτική Συμφωνία για αμοιβαία προστασία των μειονοτικών ομάδων περί τις μειονοτικές γλώσσες και την εκπαίδευση, με σημαντικά κενά, ευνοϊκά για την τουρκική πλευρά. Ως μόνη μειονοτική γλώσσα των μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ελλάδα, επιβλήθηκε η Τουρκική, αποκλείοντας τις γλώσσες που ομιλούνταν από πληθυσμιακές ομάδες στην ελληνική επικράτεια, την Πομακική και τη Ρομανί. Ακόμη, δεν προστάτευε τα ελληνόφωνα σχολεία Ίμβρου και Τενέδου και της Πόλης. Το 1971 έκλεισε η μόνη εναπομείνασα σχολή ορθόδοξων κληρικών, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το 1974 η τουρκική εισβολή στην Κύπρο επιβάρυνε το ανθελληνικό κλίμα και προκάλεσε νέο κύμα εγκατάλειψης των πατρογονικών εστιών.
Το 1975, η Ελλάδα προέβη σε σαρανταένα διπλωματικά διαβήματα για ζητήματα καταστρατήγησης της Σ.τ.Λ. χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, οι παράνομες τουρκικές διώξεις με την ανοχή/συνενοχή του ξένου παράγοντα, πέτυχαν θαυμαστά αποτελέσματα.
3. Τα αποτελέσματα της τουρκικής καταστρατήγησης των όρων της Συνθήκης της Λωζάννης
(α) Πληθυσμιακή συρρίκνωση
Εντός 13 ετών (1965-1978) ο πληθυσμός της ήδη συρρικνωμένης ελληνορθόδοξης ομογένειας μειώθηκε στο 10% (από 76.122 μειώθηκε σε 7.822) και ως το έτος 2000, έφτασε στο 3%. Από το 1950 ως το 2000 ο αριθμός των σχολείων μειώθηκε στο 7,5% (από 54 σχολεία παρέμειναν μόνο 4) και ο αριθμός των μαθητών στο 3% (από 5.033 σε 154 μαθητές).
Σε ό,τι αφορά την εκπροσώπηση των ομογενών, το 1960, οι εναπομείνασες εφοροεπιτροπές διαλύθηκαν. Η αιρετή εκπροσώπηση των τελευταίων ιδρυμάτων, με κατάργηση των αρχαιρεσιών επί σειρά ετών και αποκλεισμό των δυναμικότερων μελών τους, τις οδηγούσε σε διάλυση. Μεταξύ αυτών, η εφορευτική επιτροπή της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης. Καθ’όλη τη δεκαετία του 1990, έλαβαν χώρα τρομοκρατικές δράσεις, βομβιστικές ενέργειες, παραβιάσεις σχολείων και εκκλησιών και συλήσεις νεκροταφείων, ως και δολοφονίες. Με όλες τις πιο πάνω μεθοδεύσεις, από το 1955 ως και σήμερα, η Τουρκία έχει επιτύχει θεαματική συρρίκνωση και αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου.
(β) Απώλεια περιουσιών
Η μείωση του πληθυσμού επέφερε αδυναμία διαχείρισης της πλούσιας κοινοτικής περιουσίας των κοινωφελών ιδρυμάτων, αναγνωρισμένων νομικών προσώπων. Τα επονομαζόμενα βακούφια, ήταν καταγεγραμμένα στο οθωμανικό κτηματολόγιο και στις καταστάσεις της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής πληθυσμών. Κατά παράβαση της Σ.τ.Λ., η τουρκική κυβέρνηση νομοθέτησε το 1936 και το 1967, την αφαίρεση του δικαιώματος ιδιοκτησίας από τα μειονοτικά ιδρύματα και το μετέφερε σε εφοροεπιτροπές ομογενών υπό κρατική εποπτεία. Έκαστο ακίνητο δηλωνόταν στο όνομα ενός μέλους εφοροεπιτροπής ή άλλου μεμονωμένου ιδιώτη. Με το θάνατο αυτών των ιδιωτών οι περιουσίες χάνονταν για το ελληνικό στοιχείο. Αυτές περιέρχονταν στους Τούρκους που ήδη τα χρησιμοποιούσαν, ή στο τουρκικό δημόσιο. Το τέχνασμα της ιδιοκτησιακής κατακερμάτισης και τύποις «ιδιωτικοποίησης» των επί μέρους ακινήτων των κοινοτικών περιουσιών από ιδιώτες, δηλαδή ανίσχυρα μέλη της ομογένειας, ήταν άλλο ένα ύπουλο μέσο που επέβαλε παράνομα η τουρκική διοίκηση, για αρπαγή ομογενειακών περιουσιών αξίας εκατομμυρίων δολλαρίων, και για απογύμνωση του ελληνορθόδοξου στοιχείου από τα περιουσιακά του ερείσματα. Το 1971, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Τουρκίας ένα μεγάλο τμήμα της κοινοτικής περιουσίας, αποχαρακτηρίστηκε τεχνητά από μειονοτικό και παραδόθηκε στο τουρκικό δημόσιο.
4. Η τύχη της Ίμβρου και της Τενέδου
Τα δύο εύφορα νησιά με την πλούσια αμπελουργία και τη γεωστρατηγική θέση στα στενά του Ελλήσποντου, καταλήφθηκαν από το ελληνικό ναυτικό στους Βαλκανικούς πολέμους. Η Συνθήκη του Λονδίνου του 1914, έδινε στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα της εκκένωσης της Βορείου Ηπείρου, όλα τα νησιά του Αιγαίου (εκτός Ίμβρου, Τενέδου και Καστελόριζου). Και ενώ η Ελλάδα τήρησε την εκκένωση της Β.Ηπείρου, η Τουρκία αρνήθηκε συνολικά τη διευθέτηση του Αιγαίου. Οπότε, Ίμβρος και Τένεδος παρέμειναν στην Ελλάδα επί δεκαετία.
Το 1916 τα δύο νησιά παρέμειναν υπό Βρετανική κατοχή προς ενδεχόμενη ενσωμάτωσή τους σε εν δυνάμει τότε ιδρυθεισόμενο διεθνές κράτος Κωνσταντινουπόλεως και Δαρδανελίων.
Μετά το 1922, η Τουρκία άλλαξε την σταθερή πολιτική της Misak–IMilli η οποία προέβλεπε κυριαρχία μόνο επί εδαφών μουσουλμανικής πλειοψηφίας και επικαλούμενη την ελληνική απειλή, διεκδίκησε τα δύο νησιά που ήταν δημογραφικά ελληνικά και μη-μουσουλμανικά.
Η επιθυμία των αυτοχθόνων Ελλήνων κατοίκων των νησιών και η δέσμευση διατήρησής τους αποστρατικοποιημένων, υπερκεράσθηκαν από τα διεθνή συμφέροντα που επιθυμούσαν να εξευμενίσουν την Τουρκία και της παραχώρησαν τα νησιά, έναντι διπλωματικών ανταλλαγμάτων: την ελεύθερη διακίνηση πλοίων μέσα από τα στενά προς τη Μαύρη Θάλασσα και για τα Βρετανικά συμφέροντα στο οθωμανικό βιλαέτι της πετρελαιοπαραγωγού Μοσούλης, στο δρόμο προς Ινδίες.
Το 1923, η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε την τουρκική κυριαρχία υπό ειδικό καθεστώς. Οι ίδιοι οι Ίμβριοι και Τενέδιοι ωστόσο, κατήγγειλλαν αυτή τη «λύση» ως αντίθετη στις συμμαχικές εξαγγελίες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για απελευθέρωση των καταπιεσμένων λαών. Αγωνίσθηκαν για εγγυήσεις τήρησης από τους Τούρκους του άρθρου 14 της Σ.τ.Λ., εκπόνηση Συντάγματος στα πρότυπα της Σάμου, ακόμη και εναλλακτικά Βρετανική κατοχή, χωρίς όμως επιτυχία.
Εν όψει της τουρκικής κατοχής, οι μισοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τα νησιά. Η κατοχύρωση της Σαμοθράκης μαζί με τα λοιπά νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα, άμβλυνε την διεκδικητικότητα της τελευταίας στη διασφάλιση μιας ομαλής μετάβασης της εξουσίας στην Ίμβρο και την Τένεδο, μετάβασης που θα μπορούσε να εγγυηθεί η παρουσία της Κοινωνίας των Εθνών. Η Ελλάδα συναίνεσε χωρίς καθυστερήσεις, προ άλλων εθνικών διακυβευμάτων στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Οι Τούρκοι εξήγγειλαν υποκριτικά την τήρηση του άρθρου 14 της Σ.τ.Λ. και ταυτόχρονα το καταστρατήγησαν συνολικά και από την πρώτη στιγμή στην Ίμβρο και την Τένεδο. Ανέλαβαν οι ίδιοι (και όχι οι αυτόχθονες όπως προέβλεπε η Σ.τ.Λ.) δικαστική, αστυνομική, λιμενική και τελωνειακή αρχή. Το διοικητικό συμβούλιο των νησιών αλώθηκε και φιμώθηκε. Στους 1.500 κατοίκους που είχαν εγκαταλείψει τα νησιά, «επιτράπηκε» η επιστροφή (πρόβλεψη αμνηστίας της Σ.τ.Λ.). Οι αρχές ωστόσο δεν τους εξέδιδαν διαβατήρια που θα τους επέτρεπαν να πραγματοποιήσουν αυτή την επιστροφή. Δήμευσαν τις περιουσίες τους, κατήργησαν την ελληνική από επίσημη γλώσσα και την αντικατέστησαν με την τουρκική που ελάχιστοι γνώριζαν (γνώση απαραίτητη για ανάληψη θέσεων στο δημόσιο), ανέλαβαν τη διοίκηση των σχολείων, έκλεισαν το Κεντρικόν Ημιγυμνάσιον Ίμβρου, κατέταξαν στρατεύσιμους και εφέδρους, αλλοίωσαν τον πληθυσμό με εποικισμό από την τουρκική ενδοχώρα και νομοθέτησαν παράνομα διοίκηση των νησιών (Νόμος 1151/1927). Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν με αναφορές και υπομνήματα στον διεθνή παράγοντα που γίνονταν δεκτά, χωρίς έμπρακτο αποτέλεσμα. Οι ελληνικές παρεμβάσεις (1924) απέφεραν περιορισμένα αποτελέσματα. Η ελληνοτουρκική σύμπραξη 1922-1930 για τη διευθέτηση της ανταλλαγής αποζημιώσεων των περιουσιών των ανταλλάξιμων, υπό τις απειλές απέλασης άλλων 100.000 Κωνσταντινουπολιτών και δίωξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έφερε και πάλι την Ίμβρο και Τένεδο σε δεύτερη προτεραιότητα για την ελληνική διπλωματία, που δεν κατήγγειλε τον νόμο 1151/1927 στην Κοινωνία των Εθνών.
Η ελληνοτουρκική προσέγγιση του 1930, η κατοχύρωση της τουρκικής κυριαρχίας στα στενά και σε Ίμβρο και Τένεδο με τη Συνθήκη του Μοντρέ (1936) και η απομάκρυνση του ενδεχομένου ελληνικής επίθεσης που επικαλείτο η Τουρκία, έφερε ένα τριακονταετές διάλειμμα (1930-1963) σχετικής ηρεμίας και βελτίωσης των συνθηκών. Όσοι είχαν παραμείνει στα νησιά ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες, εξελέγη Έλληνας δήμαρχος, επέστρεψαν κάποιοι από τις ΗΠΑ, από το 1952 επετράπη η διδασκαλία της ελληνικής, χτίσθηκαν κάποια σχολεία με χρήματα Ελλήνων και σημειώθηκε σχετική οικονομική ανάπτυξη με τη συμβολή του δραστήριου Αρχιεπισκόπου Μελίτωνος, καθώς και τουριστικό άνοιγμα.
Η έξαρση του Κυπριακού το 1963, και η επικαλούμενη κακοποίηση μουσουλμάνων σε Θράκη και Κύπρο, έφερε νέο αμείλικτο αφελληνισμό. Επανήλθαν περιορισμοί στην ελληνορθόδοξη εκπαίδευση και δημεύθηκαν κτίρια και σχολεία, εξωθώντας τους Έλληνες σε μετοίκηση στην Πόλη και την Ελλάδα. Ακολούθησαν εκτεταμένες απαλλοτριώσεις εύφορης γης, διώξεις της εκκλησίας και εποικισμός από την ηπειρωτική Τουρκία με κίνητρα οικονομικά και γαιοκτησίας, με αποκορύφωμα την ίδρυση ανοικτών αγροτικών φυλακών βαρυποινιτών στην Ίμβρο.
Στην προσφυγή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η UNESCO με ομόφωνη απόφαση, χωρίς να παίρνει θέση επί της ουσίας, κρατούσε ίσες αποστάσεις, εξομοίωνε τις δύο χώρες και τις καλούσε σε αμοιβαίο σεβασμό των μειονοτήτων. Τα συγκοινωνούντα δοχεία κυβέρνησης και τουρκικού τύπου, συνέχιζαν να καλλιεργούν εσωτερικά την εχθρική στάση προς την ελληνική μειονότητα. Η τουρκική διπλωματία εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία της Ελλάδας προς τους ελληνορθόδοξους της Πόλης και το Πατριαρχείο, συνέχιζει να εκβιάζει υποχωρήσεις σε Ίμβρο, Τένεδο και Κύπρο.
Ως αποτέλεσμα, ενώ το 1923 οι 9.200 Ίμβριοι ήταν όλοι Έλληνες και οι 5.400 Έλληνες Τενέδιοι συνυπήρχαν με 1.200 Τούρκους, το έτος 2000 απέμεναν 300 και 25 Έλληνες αντίστοιχα. Το μεγαλύτερο μέρος τους μετανάστευσαν σε Αμερική, Καναδά και Δυτική Ευρώπη. Τα τελευταία χρόνια επιστρέφουν στα νησιά τους ως θερινοί επισκέπτες. Οι σύλλογοί τους, με ισχυρότερο τον Ελληνικό Σύνδεσμο Ιμβρίων της Νέας Υόρκης υποστηρίζουν τα δίκαιά τους.
Οι Ελληνίδες Ίμβρος και Τένεδος, θύματα της γεωγραφίας και των εθνικών προτεραιοτήτων στον διεθνή διπλωματικό πόλεμο της μετάβασης από τις αυτοκρατορίες στα εθνικά κράτη, εγκαταλείφθηκαν από τους Έλληνες συντρόφους τους, έναντι άλλων προτεραιοτήτων.
5. Η κατάσταση σήμερα
Τις τελευταίες δεκαετίες, μέλη της τουρκικής διανόησης αναγνωρίζουν την καταπίεση του ελληνορθόδοξου στοιχείου και υποστηρίζουν τα δημοκρατικά ανθρώπινα δικαιώματα, οι δε κυβερνήσεις (Τσιλέρ, Ετσεβίτ, Οζάλ) ενώ συνεχίζουν ασύδοτα την παραβίαση της Σ.τ.Λ., προβαίνουν σε υποκριτικές προσκλήσεις των ελληνορθοδόξων για επιστροφή. Μια ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ίσως μπορούσε να αμβλύνει τις διώξεις του ελληνικού στοιχείου. Με την τρέχουσα ωστόσο πολιτική Ερντογάν, που διεκδικεί πανμουσουλμανικό ηγετικό ρόλο, η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας απομακρύνεται και μαζί η ισχνή ελπίδα κάποιου εκδημοκρατισμού και σεβασμού ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνών συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο αφανισμός των μη ανταλλάξιμων μοιάζει μη αναστρέψιμος.
Αντίθετη άποψη ωστόσο εκφράζει ο αγωνιστικός πρόεδρος της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών, οργάνωσης-μέλους ΜΚΟ του ΟΗΕ, καθηγητής κύριος Νίκος Ουζούνογλου, που πιστεύει στην αναγέννηση της Ρωμιοσύνης της Πόλης και αγωνίζεται για την διεθνή εδραίωση της αρχής της επανόρθωσης, ώστε οι χώρες θύτες να αποζημιώνουν τα ιστορικά θύματά τους.
Οι διώξεις των ελληνορθόδοξων υπαγορεύθηκαν από την εθνικιστική πολιτική των νεότουρκων και των κεμαλιστών και την αρχή αφανισμού των μη-μουσουλμάνων. Αυτές διασταυρώθηκαν και ενισχύθηκαν με την ευρωπαϊκή και κυρίως τη γερμανική αντίθεση στο ενδεχόμενο επικράτησης της Ελλάδας.
Πάνω σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκε η πολιτική της εξόντωσης του ελληνορθόδοξου στοιχείου, με τη συμμετοχή του εύκολα φανατιζόμενου τουρκικού λαού και τις ελληνοτουρκικές κρίσεις να χρησιμοποιούνται προσχηματικά. Η χρήση της Αγιασοφιάς γινόταν πάντα με πολιτική σκοπιμότητα. Έγινε μουσείο από τον Κεμάλ Ατατούρκ ο οποίος στόχευε στην αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, και μετατράπηκε σε τζαμί από τη σύγχρονη προεδρία που αντιπαρατίθεται στον κεμαλισμό, για συσπείρωση του εσωτερικού της κοινού και επίδειξη ισλαμικής ισχύος στα εξωτερικά κοινά, ομόθρησκο και ετερόθρησκο. Η ελληνοτουρκική προσέγγιση, μερικά εφικτή μεταξύ πολιτών, παραμένει αδύνατη σε διακρατική κλίμακα. Αυτή προσκρούει στην τουρκική αδυναμία εγκαθίδρυσης κράτους δικαίου. Εξ ου και η αδυναμία προσέγγισης της ΕΕ και η στροφή στα οθωμανικά πρότυπα. Παράλληλα, καταλυτική διαχρονική υποστήριξη προσφέρουν τα γεωστρατηγικά συμφέροντα Βρετανίας (διαίρει και βασίλευε), Γαλλίας, μεταπολεμικά των ΗΠΑ κλπ.
Συμπεράσματα
Οι ελληνο-κυπριακο-τουρκικές κρίσεις (1955, 1963) χρησιμοποιήθηκαν ιστορικά από την Τουρκία ως άλλοθι και πρόσχημα για προώθηση των πάγιων σχεδίων της για αφανισμό του ελληνορθόδοξου στοιχείου μαζί με απώτερα αυτοκρατορικά οράματα. Το όλο σχήμα, συνεπικουρείται από την αδυναμία της ελληνικής πλευράς, λιγότερο ή περισσότερο αντικειμενική ανά περίπτωση, να ελιχθεί διπλωματικά για να εμπεδώσει τα συμβατικά κατοχυρωμένα δικαιώματά της και να εκμεταλλευτεί με επωφελέστερο τρόπο την επίσης σημαντική γεωστρατηγική της θέση, στα πλαίσια της εκάστοτε διεθνούς συγκυρίας.
Η Τουρκία, με τις διεθνείς συμφωνίες, κατοχύρωνε τα δικά της συμφέροντα και καταπατούσε τις υποχρεώσεις της, χωρίς να υφίσταται κυρώσεις από τον σταθερά ως τώρα επιεική μαζί της διεθνή παράγοντα. Πρόκειται για έμπρακτη φιλοτουρκική στάση των ξένων δυνάμεων και κοινών με την Ελλάδα συμμάχων, που υπαγορεύεται από ίδια συμφέροντα. Το πλαίσιο αυτό, ευνοεί μία εκ του ασφαλούς «εκφοβιστική» στάση της Τουρκίας προς τους γείτονές της (διακρατικό bullying) και εδραιώνει μία επιθετική συμπεριφορά δικαιωματισμού και διαρκούς ανάπτυξης επεκτατικών σχεδίων.
***
Βιβλιογραφία
ΑΛAMANH, E., ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, Κ., (2015), «Η Συνθήκη των Σεβρών», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΛΔ΄, Αθήνα, Παραπολιτικά Εκδόσεις Α.Ε., σελ. 133-144.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ, Α., (2000), «Βόρειος Ήπειρος, Κωνσταντινούπολη, Διασπορά», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ΄, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 510-517.
ALEXANDRIS, A., (1983), «The Greek minority of Istanbul and Greek – Turkish relations 1918- 1974», Athens, Center of Asia Minor Studies.
ΚΟΝΤΗΣ, Α. και ΦΑΚΙΟΛΑΣ, Ρ., (2002), «Παλιννόστηση και εγκατάσταση ομογενών», στο: ΒΟΓΑΖΙΑΝΟΣ – ΡΟΥ, ΣΤ. κ.ά., Ελληνισμός της Διασποράς, τμ Α΄, Πάτρα, εκδ. ΕΑΠ, σελ. 257-290.
ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ, Β. (2004), «Ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης, Ίµβρου και Τένεδου: 80 χρόνια µετά τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923-2003)», στο: ΔΑΜΑΝΑΚΗΣ Μ. κ.ά. (επιµ.), Ιστορία της Νεοελληνικής Διασποράς. Έρευνα και Διδασκαλία, τόμος Α’, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ, σελ. 167-179.
ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ, Ν., (2020), «Ο Έλληνας δε ακολουθεί τυφλά τις ηγεσίες του, ο Τούρκος φανατίζεται», ΤΑ ΝΕΑ, 31.08.2020.
ΣΥΡΙΓΟΣ, Α. – ΚΛΑΨΗΣ, Α. (2023) «Συνθήκη Λωζάννης και ελληνοτουρκικές σχέσεις» Τόμος Α’, Αθήνα: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.
Για ο επίσημο κείμενο της Συνθήκης της Λωζάννης πιέστε εδώ.
***






